Η Παληά Αθήνα. Λίγο πριν τον ερχομό του Όθωνα στην Αθήνα.

Τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους ήταν εξαιρετικά δύσκολα και για την Αθήνα, όπως φυσικά και για τις υπόλοιπες περιοχές. Οι μεγάλες οικογένειες την είχαν εγκαταλείψει χρόνια πριν και το μόνο που είχε απομείνει ήταν 4-5 φτωχογειτονιές γύρω από την Ακρόπολη (Βρυσάκη-Ριζόκαστρο-Αλίκοκκο-Ροδακιό).  




Να σκεφτεί κανείς πως παρά το υπογεγραμμένο πρωτόκολλο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας την 3η Φεβρουαρίου του 1830 στο Λονδίνο, που έκανε ουσιαστικά την Ελλάδα ελεύθερο κράτος μέχρι τον Αχελώο, στην Αθήνα εξακολουθούσαν να κατοικούν Τούρκοι ακόμα και την 25η Ιανουαρίου του 1933, ημέρα της άφιξης του βασιλιά Όθωνα στο Ναύπλιο. Η Αθήνα, λοιπόν εξακολουθούσε να παραμένει υπό τουρκική κατοχή (ένα "τουρκοχώρι") για 3 ακόμη χρόνια, μέχρι τις 31 Μαρτίου 1833, οπότε παραδόθηκε η διοίκηση της στους Έλληνες. Πράγματι, προς εκτέλεση του παραπάνω διατάγματος, ο Ρίζος ήρθε σ' επαφή με τους Τούρκους κατοίκους της Αθήνας, οι οποίοι αποχώρησαν το Μάρτιο του 1833, ενώ στις 31 Μαρτίου έγινε η αναχώρηση και των τελευταίων Τούρκων στρατιωτών, που έμεναν στο κάστρο της Ακρόπολης. Ο πρώτος φρούραρχος των Αθηνών, ήταν ο Βαυαρός αξιωματικός Χριστόφορος Νέζερ, πρόγονος όλων των Νέζερ της χώρας μας.
Ωστόσο, μέχρι να δοθεί η διαταγή κατάληψης της Ακρόπολης, πέρασαν αρκετές ημέρες, με τους Βαυαρούς να έχουν στρατοπεδεύσει στους πρόποδες του βράχου μέχρι το πρωί της 31ης Μαρτίου, Μεγάλη Παρασκευή, στις 9 η ώρα, όταν το βαυαρικό τάγμα υπό τον αντισυνταγματάρχη Χερμπστ σκαρφάλωσε στο μονοπάτι που οδηγούσε στην Ακρόπολη. Στην είσοδο τους προϋπάντησε η τουρκική φρουρά, περίπου 300 στρατιώτες, τα ρούχα των οποίων ήταν άθλια και τριμμένα, ενώ είχαν σκισμένα και σαραβαλιασμένα παπούτσια. Αντίθετα, πολύ καθαρά και γυαλιστερά ήταν τα όπλα τους, κάτι μεγάλα ισπανικά τουφέκια, πιστόλια, μαχαίρια και χαντζάρια.


Σιωπηλοί και σκυθρωποί, χωρίς να νοιάζονται για την τελετή που επρόκειτο να λάβει χώρα, οι Τούρκοι στρατιώτες παρήλασαν μπροστά από τους Βαυαρούς, οι οποίοι ανέβηκαν στο πάνω μέρος της Ακρόπολης, όπου τους περίμενε ο Οσμάν Εφέντης με δυο αξιωματικούς. Ο Τούρκος φρούραρχος παρέδωσε έγγραφο της τουρκικής κυβέρνησης στον Έλληνα επίτροπο, ο οποίος ανταπέδωσε επιδίδοντας ένα έγγραφο της ελληνικής κυβέρνησης. Η παράδοση της Ακρόπολης στο ελληνικό κράτος ολοκληρώθηκε και ο Νέζερ, ως υπολοχαγός του βαυαρικού βασιλικού επικουρικού στρατού έγινε "ο πρώτος χριστιανός φρούραρχος του κεκροπείου άστεως", όπως ο ίδιος περιέγραψε στα απομνημονεύματά του



Βάσσος Μαυροβουνιώτης
Η αλήθεια είναι ότι η Υψηλή Πύλη προθυμοποιήθηκε να ξεκινήσει συζητήσεις, με την αποστολή του Χατζή Ισμαήλ μπέη ως διαπραγματευτή της οθωμανικής πλευράς, όχι όμως και το ελληνικό κράτος, που δεν είχε χρήματα για ν' αποζημιώσει τους Τούρκους. Έτσι, εκείνοι παρέτειναν την παραμονή τους στην Αθήνα μέχρι νεωτέρας. Μάλιστα, κάποια στιγμή το 1832 απειλήθηκε ακόμη και μάχη, όταν Τούρκοι στρατιώτες που προχώρησαν μέχρι το Χαλάνδρι συνεπλάκησαν με άνδρες του Βάσσου Μαυροβουνιώτη, που ήταν ο αρχηγός των ελληνικών δυνάμεων. Μερικοί Έλληνες σκοτώθηκαν και ο Βάσσος ετοιμαζόταν να επιτεθεί κατά της Αθήνας, όμως παρενέβη ο Γάλλος αντιπρέσβης στο Ναύπλιο, Ρουάν, ο οποίος ηρέμησε τα πνεύματα. 


Η πόλη ήταν πια ένας σωρός ερειπίων, έχοντας υποστεί δύο φορές μεγάλες ζημιές. Την πρώτη φορά το 1822 ο Οδυσσέας Ανδρούτσος κατέλαβε την πόλη και τη δεύτερη όταν έπεσε το 1827 στα χέρια του Ρεσίτ πασά. Έκτοτε οι Τούρκοι κάτοικοι της πόλης των Αθηνών δεν ήθελαν να φύγουν και με πρόσχημα της απώλειας των περιουσιών τους παρέμεναν. Ο Καποδίστριας κυβερνήτης της Ελλάδας μην έχοντας χρήματα έθεσε το θέμα στις μεγάλες δυνάμεις. Τον Αύγουστο του 1830 μια μεγάλη πυρκαγιά στον ελαιώνα ολοκληρώνει την καταστροφή. Ο Γάλλος ιστορικός Μισώ γράφει: Δεν υπήρχε καμία οδός, ούτε ήταν καμία χαραγμένη. Αναφέρει επίσης, ότι έπρεπε να περπατούν υπερβαίνοντας πεσμένους τοίχους, ερείπια και σπασμένες κολώνες για να μετακινηθούν.

Ο Ναύαρχος sir Pulteney Malcolm
Οι αθηναϊκές οικογένειες που είχαν καταφύγει στην Αίγινα (κυρίως), αλλά και σε άλλες περιοχές επέστρεφαν στην Αθήνα δειλά-δειλά, ήσαν όμως ράθυμοι στο να ξεκινήσουν τη ζωή τους από το μηδέν σε μια κατεστραμμένη πόλη. Το παράδειγμα έδωσε ο διοικητής του βρετανικού στόλου σερ Πούλτενυ Μάλκολμ όταν το 1830 ξεκίνησε να χτίζει την έπαυλή του στην θέση που βρίσκεται σήμερα η οδός της Αγίας Ζώνης στην Κυψέλη, εκεί ακριβώς που ο Τούρκος πασάς είχε στήσει την τέντα του για να παρακολουθήσει το 1827 την ανακατάληψη της Ακρόπολης από τα στρατεύματά του. Η έπαυλις του Μάλκολμ στεγάζει στις μέρες μας το άσυλο ανιάτων. Χτίστηκε το 1931-32 σε σχέδια των αρχιτεκτόνων Κλέανθη και Schaubert.



Η έπαυλη του ναυάρχου Μάλκολμ
Οι Αθηναίοι εντυπωσιάστηκαν από το εγχείρημα. Ο Μάλκολμ εκτός ότι ξόδεψε το εντυπωσιακό ποσό για την εποχή των 3000 λιρών για την ανέγερση της έπαυλης, έφερε από τη Μάλτα το πρώτο δίτροχο αμάξι για τη μεταφορά των υλικών του. Και όταν πια ήρθε και άμαξα τετράτροχη, κανείς δεν πίστευε στα μάτια του. Μέχρι και το 1832, από περιγραφές της εποχής, ο συνολικός αριθμός των σπιτιών που υπήρχαν στην Αθήνα ήταν απίθανο να ξεπερνούσε τα 300. Μάλιστα, μερικά από αυτά ήταν καλοφτιαγμένα και μεγάλα. 


Αλέξανδρος Κοντοσταύλος
Ένα από αυτά ήταν και το σπίτι στη οδό Σταδίου του Αλέξανδρου Κοντοσταύλου, ο οποίος έκανε χρέη ναυπήγησης πλοίων στην Αμερική για την κυβέρνηση Καποδίστρια. Αυτό το ίδιο σπίτι που με κάποιες προσθήκες στέγασε μετά την άφιξη του Όθωνα και την ανακήρυξη της Αθήνας σε πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους, το πρώτο παλάτι, αφού ο βασιλιάς Όθωνας είχε πια παντρευτεί την Αμαλία. Μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1943 στέγασε προσωρινά και τη βουλή των Ελλήνων.








Μέσα σε αυτές τις τραγικές, θα μπορούσαμε να τις χαρακτηρίσουμε, συνθήκες ξεκινά η ίδρυση του Ελληνικού κράτους, η ανάδειξη μιας ερειπωμένης πόλης σε πρωτεύουσα και ένας λαός κουρελιασμένος που, αφού πρώτα κέρδισε με αγώνα και αίμα την ελευθερία του, σήκωσε το κεφάλι του και το μόνο που κατάφερε να δει ήταν αποκαϊδια.

Πηγές: Γιάννης Καιροφύλας «Η Αθήνα στου Όθωνα τα χρόνια» Εκδόσεις Καστανιώτη, 2 Μαΐου 2011 

Αφιέρωμα για "Τα Εκατόχρονα της Αθήνας" στην εφημερίδα "Πατρίς" (25 - 29 Μαρτίου 1933) με την υπογραφή του Χρήστου Εμ. Αγγελομάτη

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες και βίντεο στο FacebookΗ Παληά Αθήνα

Σχόλια