Θέλω να
πιστεύω, ότι δεν υπάρχει νυχτόβιος ή, έστω άνθρωπος μετά τα 30 που δεν έχει
κάτσει στις καρέκλες του Τέλη να φάει τα περίφημα μπριζολάκια σχάρας. Αυτός, ο
συμπαθέστατος Γιαννιώτης που ακόμα και σήμερα μπορεί και κάθεται επάνω από την
ψησταριά του, χαιρετίζοντας όποιον περνάει.
Στο τέρμα
της πλατείας Κουμουνδούρου, όπως στρίβουμε από την Πειραιώς, ο δρόμος
αναγκαστικά στρίβει αριστερά. Η αρχή της Ευριπίδου. Στο πρώτο της τετράγωνο.
να! Ο Τέλης. Μοιάζει να είναι κρυμμένος, σχεδόν, όπως οι τηγανιτές πατάτες του
κάτω από την πεντάδα, εξάδα ή, και εφτάδα από μπριζολάκια στο πιάτο. Του
σκασμού το φαγητό και εδώ. Στο μενού υπάρχει και το
εξαιρετικό "καυτερό" ή "καριολίκι" όπως προτιμούμε να το
αποκαλούμε κάποιοι θαμώνες του μαγαζιού, είναι παραδοσιακή σπεσιαλιτέ. Συνταγή
που μάλλον, όπως ακούγεται, πήρε από τους Αρμένιους του Πειραιά και διαμόρφωσε
ως δική του πατέντα ο Τέλης, το καυτερό, είναι μείγμα από καυτερές πιπεριές,
ντομάτα και φέτα που ψήνεται κατευθείαν επάνω στα κάρβουνα. Το μαγαζί μιας και ο ίδιος έλκει την καταγωγή του από τα
Γιάννενα θα έπρεπε κυριολεκτικά να λέγεται "την Άρτα και τα Γιάννενα".
Χωρίς πλάκα.
Ο Τέλης υπήρξε εξ αρχής ο αγαπημένος των οδηγών: φορτηγατζήδες, ταξιτζήδες, Ζητάδες, σοφέρ, όλοι έκαναν στάση στην οδό Ευριπίδου αριθμός 86. Περνούσε ο ταξιτζής του φώναζε ‘Τέλη’ εκείνος έβγαινε στον δρόμο με ένα μπριζολάκι, του το έδινε στο χέρι, χαιρετούσε και επέστρεφε στην κουζίνα του. Οι φορτηγατζήδες έρχονταν γιατί εκεί βρισκόταν η κεντρική αγορά, στην οποία φόρτωναν το εμπόρευμα και ο κοινός κόσμος, ο πεζός, έπαιρνε πακέτο για το σπίτι από τον Τέλη και έφευγε με λεωφορείο από την Κουμουνδούρου προς όλες τις κατευθύνσεις. Στον Τέλη, δεν έρχεσαι φυσικά, ούτε για το "θεαθήναι", ούτε για τη διακόσμηση (με μίνιμαλ φιλοσοφία και έντονα στοιχεία από αίθουσα αναμονής ιατρείου), ούτε για τη μουσική, δηλαδή τους περιπλανώμενους κλαρινιτζίδες που σήκωναν παλιότερα ένα μαγαζί στο πόδι. Έκαναν σειρά και έστηναν καυγάδες έξω από το μαγαζί σε μια εποχή που τα εκατοστάρικα έβγαιναν για πλάκα. Ένας μάλιστα κλαριντζής, πατέρας ενός από τους σερβιτόρους, είχε γίνει μόνιμη ατραξιόν του καταστήματος. Λόγω του γιού του είχε μονιμοποιήσει κάπως την θέση του. Πολύς κόσμος δεν άντεχε το κλαρίνο, άλλοι όμως, το λάτρευαν. Όπως και να χε, έπρεπε να τον πληρώσεις για να τον αναγκάσεις να φύγει πάνω απ’ το κεφάλι σου και να παίξει δημοτικά στο διπλανό τραπέζι. Κάποια στιγμή ήρθε στο μαγαζί η δημοτική αστυνομία, μετά από κάποιες συζητήσεις για την άδεια μουσικής, ο Τέλης βρήκε την ευκαιρία να διώξει μια και καλή το μουσικό πρόγραμμα από το μαγαζί του. Από τότε ο Τέλης έμεινε σιωπηλός. Όπως και να 'χει όμως, στον Τέλη δεν πας για τίποτα από όλα αυτά. Πας για τα μπριζολάκια. Τόσο απλά. Η λέξη που προφέρουν τα χείλι των "πιστών" είναι: Πάμε για μπριζολάκια στον Τέλη; Αυτό προσφέρει με τιμιότητα και συνέπεια ο Τέλης. 35 χρόνια τώρα. Αυτό περιμένεις, αυτό παίρνεις και αυτό τελικά εκτιμάς.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου