Τα Παραδοσιακά μας μουσικά όργανα. Έγχορδα. Μέρος πρώτο

Τα Παραδοσιακά μας μουσικά όργανα.
Τα μουσικά Παραδοσιακά όργανα χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες:
Τα Έγχορδα. Τα Κρουστά και τα Πνευστά.
Έγχορδα όργανα είναι Το Λαούτο. Το βιολί.. Η λύρα. Το σαντούρι.
Στις πιο σύγχρονες μορφές του τραγουδιού (Ρεμπέτικο, Επτανησιακή μουσική, Λαϊκό), είναι το μπουζούκι, ο μπαγλαμάς, το μαντολίνο, η κιθάρα, το μπάσο κλπ
Κρουστά όργανα είναι: Το νταούλι. Το ντέφι. Το τουμπερλέκι. Τα ζίλια. (σαχάνια- κύμβαλα δακτύλων).
Τέλος πνευστά όργανα είναι το κλαρίνο. Η φλογέρα. Η γκάϊντα. Ο ζουρνάς.
Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι ο χορός είναι δώρο των θεών προς τον άνθρωπο.

Τα έγχορδα



Το λαούτο είναι έγχορδο όργανο, που η σημερινή του μορφή έχει στοιχεία από την αρχαιοελληνική πανδούρα και το αραβικό ούτι. Στα τέλη του 19ου αιώνα το λαούτο κατασκευαζόταν σε τρία μεγέθη. Σήμερα, υπάρχουν δύο τύποι λαούτου, το στεριανό που είναι και το πιο συνηθισμένο και το κρητικό που είναι μεγαλύτερο. Έχει μεγάλο αχλαδόσχημο ηχείο, μακρύ μανίκι με περντέδες (χωρίσματα), τέσσερεις διπλές χορδές και παίζεται με πένα. Το λαούτο στο πέρασμα των αιώνων δέχτηκε πολλές επιρροές, γεγονός που καθόρισε την σημερινή του μορφή αλλά και το παίξιμο του. Οι περντέδες ήταν κινητοί ώστε να μπορούν να αποδίδουν τα διαστήματα της βυζαντινής μουσικής, ενώ το ίδιο το όργανο συνόδευε με ένα ρυθμικό λιτό ισοκράτημα και όχι με συγχορδίες δυτικού τύπου. Λίγοι είναι οι σημερινοί λαουτιέρηδες που μπορούν να αποδώσουν μόρια στο λαούτο, για αυτό και οι περντέδες είναι σταθεροί, δεμένοι κατά ημιτόνια.
Το λαούτο είναι το κατ’ εξοχήν συνοδευτικό όργανο και το συναντάμε τόσο στην στεριανή Ελλάδα, στα νησιά του Αιγαίου (συνοδεία βιολιού) και στην Κρήτη (συνοδεία λύρας). Παλιότερα χρησιμοποιείτο και ως σολιστικό όργανο, παράδοση που διατηρείται μέχρι σήμερα κυρίως στην Κρήτη.


Το Βιολί είναι έγχορδο μουσικό όργανο που παίζεται με δοξάρι. Είναι πολύ διαδεδομένο κυρίως στην παραδοσιακή μικρασιατική, νησιώτικη και κρητική μουσική.Στο παραδοσιακό βιολί, το ρεπερτόριο περιλαμβάνει κομμάτια από διάφορα μέρη της Ελλάδος όπως Κρήτη, Δωδεκάνησα, Επτάνησα, Κυκλάδες, Ήπειρο, Στερεά Ελλάδα, Μακεδονία και άλλα και φυσικά από την Μικρά Ασία.   Έχει 4 χορδές διαφορετικού τονικού ύψους (σολ, ρε, λα, μι), που χορδίζονται κατά διαστήματα πέμπτης και η μουσική του έκταση περιλαμβάνει 44 χρωματικούς φθόγγους. Το βιολί στηρίζεται στον ώμο ενώ κρατιέται με το ένα χέρι και ο μουσικός απλώς πιέζει τις χορδές ενώ με το άλλο κινεί το δοξάρι επάνω στις χορδές. Το βιολί εμφανίστηκε τον 16ο αιώνα ως εξέλιξη του μεσαιωνικού Φιντλ (αγγλ. fiddle), του ιταλικού Λίρα ντα μπράτσο (ιταλ. lira da braccio) και του Ρεμπέκ. Τη σημερινή μορφή του την πήρε κυρίως στην Ιταλία, όπου μεγάλες οικογένειες κατασκευαστών όπως οι Αμάτι, Γκουαρνέρι και Στραντιβάριους, δημιούργησαν θαυμάσιας ακουστικής όργανα που μέχρι και σήμερα θεωρούνται αξεπέραστα. Κατά την εποχή της αναγέννησης δημιουργήθηκαν σημαντικές σχολές βιολιού, που άκμασαν στη Βενετία, τη Μπολόνια, τη Φλωρεντία, τη Ρώμη, και σε άλλες Ιταλικές πόλεις. Τα πρώτα βιολιά χρησιμοποιήθηκαν για την εκτέλεση έργων λαϊκής και χορευτικής μουσικής. Κατά τον 17ο αιώνα το βιολί αντικατέστησε τη βιόλα ντα γκάμπα ως το σημαντικότερο έγχορδο στη μουσική δωματίου. Οι περισσότεροι μεγάλοι συνθέτες έγραψαν μουσική για σόλο βιολί, μεταξύ των οποίων οι δάσκαλοι του Μπαρόκ Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ και Γκέοργκ Φρήντριχ Χαίντελ αλλά και σημαντικοί συνθέτες της κλασικής εποχής όπως οι Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ και Λούντβιχ βαν Μπετόβεν. Στην "οικογένεια" του βιολιού ανήκει επίσης η βιόλα, το βιολοντσέλο ή τσέλο και το κοντραμπάσο.


Η Λύρα ως πρώτο άκουσμα πρόκειται για ένα πανάρχαιο έγχορδο μουσικό όργανο (εφεύρημα του Ερμή) που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές και διαδεδομένο από τους μινωικούς κιόλας χρόνους. Ήταν ένα μέσο εκπαίδευσης των νέων και συνδεόταν στενά με τη λατρεία του Απόλλωνα. Αποτελούσε μαζί με τον αυλό τα εθνικά (και "ανταγωνιστικά" πολλές φορές) μουσικά όργανα των Ελλήνων.
Στην πλέον πρώιμη μορφή της ("χέλυς") αποτελούνταν από το αντηχείο (ένα κοίλο όστρακο χελώνας με μια τεντωμένη παλλόμενη μεμβράνη από δέρμα βοδιού ή κατσικιού στο ανοικτό επίπεδο κομμένο μέρος του), τους δύο "πήχεις" (από κέρατα κατσίκας ή δύο όμοιους ελαφρά καμπύλους ξύλινους βραχίονες) και το "ζυγό" (ένα κυλινδρικό ξύλο, συνδεμένο εγκάρσια με τους βραχίονες). Οι ισομήκεις χορδές της (3 έως 12) κατασκευάζονταν αρχικά από καννάβι ή λινάρι και αργότερα από στριμμένα έντερα ή τένοντες ζώων (π.χ. προβάτου). Οι χορδές προσδένονταν στο χορδοτόνιο, περνούσαν από τον καβαλάρη ("μαγάδιον") και τεντώνονταν επί του ζυγού. Η ρύθμιση του τεζαρίσματος (χορδίσματος) επιτυγχανόταν αρχικά με τη βοήθεια δερμάτινων κορδονιών, ελεύθερων ή σταθερών ξύλινων πείρων αργότερα, αλλά και ξύλινων κλειδιών ("κολλάβων").
Ο εκτελεστής κρατούσε τη λύρα στο αριστερό μέρος του σώματός του (συχνά με τη βοήθεια ιμάντα) και με τα δάχτυλα του αριστερού πίεζε ή τραβούσε τις χορδές ενώ με το δεξί χέρι τις έπληττε με τη βοήθεια του "πλήκτρου". Το προσδεμένο με ταινία πλήκτρο αποτελούνταν από μια μεγάλη καμπύλη λαβή και μια βραχεία αιχμηρή λεπίδα συνήθως από φίλντισι, κέρατο ή κόκκαλο.

Σήμερα η κρητική λύρα είναι τρίχορδο, τοξωτό, απιδόσχημο μουσικό όργανο, που κατέχει κεντρική θέση στην παραδοσιακή μουσική της Κρήτης και άλλων νησιών του Αιγαίου και των Δωδεκανήσων (Δωδεκανησιακή λύρα ή λυράκι). Θεωρείται η πλέον δημοφιλής παραλλαγή της βυζαντινής λύρας που χρησιμοποιείται σήμερα. βυζαντινή λύρα, δηλαδή τη λύρα του Βυζαντίου, βασικότερος τύπος της οποίας αποτελεί η λύρα της Κωνσταντινούπολης (Πολίτικη λύρα ή ρωμέϊκη λύρα ή λυράκι). Η Βυζαντινή λύρα αποτελεί πρόγονο πολλών ευρωπαϊκών τοξωτών εγχόρδων και είναι αντίστοιχη του ρεμπάμπ, που έχαιρε δημοφιλίας την ίδια εποχή στις Ισλαμικές αυτοκρατορίες. Ο Ibn Khordadbeh, Πέρσης γεωγράφος του 9ου αιώνα, στη λεξικογραφική του μελέτη των μουσικών οργάνων, αναφέρει τη λύρα ως ένα τυπικό όργανο των Βυζαντινών μαζί με τα urghun (ὄργανον), shilyani (μάλλον κάποιο είδος άρπας ή λύρας) και salandj (μάλλον κάποιος άσκαυλος).
Η βυζαντινή λύρα διαδόθηκε προς δυσμάς στην Ευρώπη με ασαφή εξέλιξη: χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ιταλική lira da braccio, τοξωτό έγχορδο του 15ου αιώνα, που πιθανόν να υπήρξε ο προκάτοχος του σύγχρονου βιολιού. Η χρήση τοξωτών εγχόρδων, παρόμοιων της κρητικής λύρας και άμεσων διαδόχων της βυζαντινής συνεχίστηκε σε πολλές περιοχές της βυζαντινής αυτοκρατορίας ακόμα και όταν αυτή αποτέλεσε παρελθόν, φτάνοντας μέχρι τις μέρες μας με μικρές διαφοροποιήσεις. Παραδείγματα τέτοιων οργάνων αποτελούν η Γκαντούλκα στη Βουλγαρία, η τοξωτή Λύρα Καλαβρίας στην Ιταλία και η Πολίτικη λύρα στην Κωνσταντινούπολη.
Η ποντιακή λύρα είναι έγχορδο μουσικό λαϊκό όργανο το οποίο παίζεται κυρίως από Έλληνες του Πόντου. Το όργανο ανήκει στην κατηγορία των εγχόρδων τοξοτών μουσικών οργάνων, δηλαδή, τον εγχόρδων (μουσικών οργάνων με χορδές) που χειρίζονται με τόξο (κοινώς δοξάρι, ποντιακά: τοξάρ). Συνήθως, παίζεται με συνοδεία άλλου ενός οργάνου (Συνήθως νταούλι). Το μήκος του κυμαίνεται από 55 μέχρι 60 εκατοστά. Ακόμη, τα όργανα αυτά, διαθέτουν χορδοστάτη (Χορδοδέτη), αλλά, δυστυχώς, δεν δεν διαθέτουν πάνω χορδοστάτη, αλλά διαθέτουν γραβάτα (ταστιέρα)




Το σαντούρι είναι έγχορδο κρουστό επίπεδο μουσικό όργανο. Το όνομά του προέρχεται εκ της ελληνικής λέξεως ψαλτήριον μέσω της περσικής γλώσσας σαντούρ (ψαλτήρι).
Πρόκειται για αρχαίο μουσικό όργανο που επινοήθηκε πιθανόν στη Περσία από την οποία και διαδόθηκε τόσο προς την Ινδία και την Κίνα, όσο και δυτικά στη Μέση Ανατολή και τη Βαλκανική. Κατασκευάζεται συνηθέστερα από ξύλο καρυδιάς. Έχει σχήμα τραπεζοειδές επί του οποίου φέρονται οριζοντίως και επάλληλα 72 μεταλλικές χορδές, ανά τρεις για κάθε φθόγγο, αποδίδοντας έτσι 24 νότες, με τις μεγαλύτερες σε μήκος χορδές στο κάτω μέρος και τις μικρότερες στο άνω. Οι χορδές του οργάνου αυτού, "χορδίζονται" στο 1/4 με ειδικά "ωτία" που φέρονται συνηθέστερα επί της δεξιάς πλευράς του οργάνου και οι οποίες κρούονται με μικρά ραβδία, οι άκρες των οποίων φέρουν μεταλλικές κοιλόμορφες σφύρες (σαν κουταλάκια).
Το σαντούρι χρησιμοποιείται κυρίως στην παραδοσιακή μουσική της Ελλάδας και άλλων χωρών της Εγγύς Ανατολής.Υπήρξαν πολλοί σπουδαίοι σαντουριέριδες όπως ο Αριστείδης Μόσχος, ο οποίος και είχε δημιουργήσει σχετική σχολή διάδοσης ο Τασος Διακογιώργης, που είχε συμμετάσχει σε όλα τα σύγχρονα έργα σπουδαίων συνθετών όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Νίκος Καλαϊτζής ή Μπινταγιάλας γνήσιος εκφραστής της μικρασιάτικης μουσικής, ο Δημήτρης Κοφτερός ο οποίος έχει ασχοληθεί και με την συγγραφή βιβλίων όπως το (Δοκίμιο για το ελληνικό σαντούρι, Μυτιληνιό σαντούρι και μελίφθογγο ελληνικό σαντούρι πρακτική και εκμάθηση).


Σχόλια