Ο Ρενέ Γκοσινί σίγουρα βρίσκεται και στην δική μας βιβλιοθήκη

Για το κόμικ του Αστερίξ, μάλλον δεν χρειάζονται και ιδιαίτερες συστάσεις, καθώς αποτελεί την Βίβλο του γαλλικού κόμικ, με πάνω από 320 εκατομμύρια αντίτυπα των 37 τόμων να έχουν πωληθεί σε όλο τον κόσμο, ενώ η σειρά έχει μεταφραστεί σε 107 γλώσσες και διαλέκτους, μεταξύ αυτών στα αρχαία ελληνικά και στα ποντιακά (!). Αντίστοιχα, μεγάλη αναγνώριση από το κοινό έλαβε και ο Λούκι Λουκ με 83 τεύχη.
Ο άνθρωπος που συνέλαβε τη φιγούρα και την βασική ιστορία του κόμικ ήταν ο Ρενέ Γκοσινί με τον Αλμπέρ Ουντερζό να αναλαμβάνει την εικονογραφία. Το πρώτο κόμικ εμφανίστηκε στο περιοδικό Pilote το 1959 ενώ μετά τον θάνατο του Γκοσινί ο Ουντερζό ανέλαβε και την συγγραφή.
Ο Γκοσινί -ένας από τους πιο πολυδιαβασμένους Γάλλους συγγραφείς στον κόσμο- γεννήθηκε στο Παρίσι το 1926 σε μια οικογένεια Εβραίων μεταναστών από την Πολωνία. Μετά την γέννηση του σεναριογράφου, η οικογένεια Γκοσινί θα μετακομίσει στο Μπουένος Άιρες. Η αλλαγή αυτή οφείλεται σε μια πρόταση που έγινε στον πατέρα του, προκειμένου να τελέσει τα καθήκοντα του χημικού μηχανικού στην συγκεκριμένη περιοχή. Στην Αργεντινή ο πατέρας του διαλέγει να υποστηρίξει τη Ράσινγκ και ο μικρός αναμενόμενα τον ακολουθεί πιστά. Σύμφωνα με τους Αργεντινούς, μάλιστα η αγάπη του για τη Ράσινγκ θα αποτυπωθεί στο παντελόνι του Οβελίξ, το οποίο επιλέγει να βάψει με τα χρώματα της ομάδας. Ο Γκοσινί φοίτησε σε γαλλικά σχολεία και ξεχώρισε τόσο για το ταλέντο του στη ζωγραφική όσο και για το χιούμορ του.Το 1943 απεβίωσε ο πατέρας του και μετά από 2 χρόνια ταξίδεψε για να βρει δουλειά στη Νέα Υόρκη. Όμως, θέλοντας να αποφύγει την κατάταξη στον αμερικανικό στρατό αποφάσισε να καταταγεί στη Γαλλία, όπου διορίστηκε επίσημος εικονογράφος του συντάγματος του στρατού και έφτιαχνε εικονογραφήσεις και αφίσες για τον στρατό.Μετά τη θητεία επέστρεψε στη Νέα Υόρκη όπου έγινε καλλιτεχνικό διευθυντής των Kunen Publishers και γνώρισε αρχικά τον Μορίς ντε Μπεβέρ κατά το 1950, με τον οποίο συνεργάστηκε για την δημιουργία του Λούκι Λουκ. Ένα χρόνο αργότερα, επέστρεψε στο Παρίσι για να εργαστεί ως διευθυντής του γραφείου της World Press agency. Εκεί γνωρίζει τον δεύτερο κορυφαίο συνεργάτη του, τον Αλμπέρ Ουντερζό με τον οποίο δημιουργούν τον Αστερίξ. Λιγότερο δημοφιλής αλλά αρκετά αγαπητός ήταν και ο ήρωας «Μικρός Νικόλας», τον οποίο έγραψε ο Γκοσινί με το ψευδώνυμο Αγκοστίνι.
Το 1960, ξεκίνησε και η συνεργασία του με τον Ζαν Ταμπαρί, για την δημιουργία του Ιζνογκούντ.
Έχοντας ήδη ένα τεράστιο συγγραφικό έργο και την αναγνώριση του συγγραφικού κοινού, ο Γκοσινί πέθανε αιφνιδιαστικά στις 5 Νοεμβρίου του 1977 στο Παρίσι, εκείνη την ημέρα, ο Ρενέ Γκοσινί θα υποβληθεί σε ένα τεστ κοπώσεως και αναπόφευκτα θα αφήσει την τελευταία του πνοή λίγα λεπτά αργότερα εξαιτίας ενός καρδιακού επεισοδίου. Ήταν μόλις 51 ετών και η καριέρα του μόλις είχε αρχίσει να ακολουθεί ανοδική πορεία. Πέρα από την κληρονομιά του ως σεναριογράφος, άφησε πίσω την γυναίκα του, την οποία παντρεύτηκε 10 χρόνια πριν από αυτό το τραγικό γεγονός, καθώς και την κόρη τους Άνν.
Λίγες ημέρες πριν από το θάνατό του, ο σεναριογράφος θα επισκεφτεί τον γιατρό του για να του γράψει ορισμένα χάπια. Πλέον το χιούμορ αποτελούσε έναν τρόπο ζωής για τον Ρενέ Γκοσινί, κάτι το οποίο τον συνόδεψε μέχρι και τις τελευταίες του ώρες. Ο γιατρός του είχε επισημάνει να παίρνει από ένα χάπι την ημέρα ισόβια. Ο ίδιος, γνωρίζοντας τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε εκείνη την περίοδο, του απαντάει: Φαντάζομαι γιατρέ ότι μπορώ τότε να αγοράσω δύο κουτιά, ε;
 
Παρακαταθήκη του είναι τα τεύχη, τα περιοδικά, οι τόμοι που «τρύπωσαν» σε κάθε, σχεδόν, παιδική βιβλιοθήκη και μύησαν εκατομμύρια παιδιά στον κόσμο των κόμικ, του χιούμορ και της φαντασίας.
Γιατί συζητάμε για τον Γκοσινί; Γιατί αξίζει να τον θυμόμαστε; Πρώτα και κύρια επειδή, για πάρα πολλούς, ήταν η πρώτη μας επαφή πολλών από μας με την τέχνη των κόμικ. Οι ήρωες, τα μέρη και οι ιστορίες του σημάδεψαν την παιδική ηλικία μιας γενιάς ολόκληρης και σχεδόν σε όλον τον πλανήτη και αποτέλεσαν την πρώτη εξοικείωση με αυτό το μέσο έκφρασης. Πολύ περισσότερο όμως, μέσα από τις ιστορίες του Γκοσινί καταλάβαμε κάποιοι ότι η σχέση μας με τα κόμικ δεν έχει ηλικιακό όριο και θα μας ακολουθεί συνέχεια, θα ξαναδιαβάζουμε για πάντα την ίδια ιστορία σε παραλλαγές και πάντα θα ανακαλύπτουμε κάτι νέο. Έτσι, το χαλιφάτο της μαγικής Βαγδάτης, το Τέξας και η Άγρια Δύση και το γαλατικό χωριό που αντιστέκεται και πάντα θα αντιστέκεται στον κατακτητή έγιναν κάτι παραπάνω από σκηνικά για ιστορίες.
Επιπλέον, έξω από τις εκτιμήσεις των αναγνωστών, το έργο του Γκοσινί είχε μια αδιαμφισβήτητη συμβολή στην ανάπτυξη των κόμικ και ειδικά αυτού που θα λέγαμε «ευρωπαϊκή σχολή». Υπάρχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που διαπερνούν όλο το έργο του Γκοσινί, όπως είναι η επιλογή σκηνικών παρμένων από το άμεσο ή μακρινό παρελθόν, η έμφαση στο χιουμοριστικό χαρακτήρα του κόμικ έναντι της δράσης, η (άλλοτε περισσότερο, άλλοτε λιγότερο) συγκαλυμμένη κριτική σε σύγχρονα κοινωνικά φαινόμενα μέσα από ιστορικές αναλογίες, ακόμα και η δημιουργία, κατά περιπτώσεις, αντι – ηρώων όπως ο Ιζνογκούντ, σε μία περίοδο που κάτι τέτοιο δεν ήταν καθόλου συνηθισμένο.
Ταυτόχρονα, όλα τα σενάρια του διατρέχονται από έντονο κοσμοπολιτισμό καθώς οι ήρωες ανοίγονται διαρκώς σε νέες χώρες με σεβασμό στους ιδιαίτερους πολιτισμούς και κουλτούρες και χωρίς διάθεση υποτίμησης, η οποία πάντα ενυπήρχε στον Ερζέ και τον ήρωα του Τεν Τεν που σφράγισε το ευρωπαϊκό κόμικ τα προηγούμενα χρόνια. Συνολικά, ο Γκοσινί δημιούργησε σε μία περίοδο που ανθούσε ξανά, μετά τη δεκαετία του ’30 το υπερ-ηρωικό κόμικ στην Αμερική και κατάφερε να διαμορφώσει ένα ξεχωριστό, ιδιαίτερο στυλ που καθόρισε την εξέλιξη αυτής της μορφής τέχνης στην Ευρώπη. Το στυλ αυτό διατήρησαν όσοι συνέχισαν να γράφουν ιστορίες μετά το θάνατο του για τους ήρωες που αυτός δημιούργησε αλλά και νέοι σχεδιαστές και σεναριογράφου που εισήγαγαν νέους ήρωες. Για όσους μεγάλωσαν με Μαμουθκομιξ, η σύντομη σειρά Κόττον Κιντ είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα διατήρησης των χαρακτηριστικών του Γκοσινί από νέους δημιουργούς.
Επιπλέον έχει δημιουργήσει και άλλους, λιγότερο γνωστούς ήρωες κόμικ όπως ο ινδιάνος Ούμπα-Πα και ο Ιωάννης Πιστόλε.

Σχόλια