Τα Παραδοσιακά μας μουσικά όργανα. Πνευστά. Μέρος Τρίτο

Τα Παραδοσιακά μας μουσικά όργανα.
Τα μουσικά Παραδοσιακά όργανα χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες:
Τα Έγχορδα. Τα Κρουστά και τα Πνευστά.
Έγχορδα όργανα είναι Το Λαούτο. Το βιολί.. Η λύρα. Το σαντούρι.
Στις πιο σύγχρονες μορφές του τραγουδιού (Ρεμπέτικο, Επτανησιακή μουσική, Λαϊκό), είναι το μπουζούκι, ο μπαγλαμάς, το μαντολίνο, η κιθάρα, το μπάσο κλπ
Κρουστά όργανα είναι: Το νταούλι. Το ντέφι. Το τουμπερλέκι. Τα ζίλια. (σαχάνια- κύμβαλα δακτύλων).
Τέλος πνευστά όργανα είναι το Κλαρίνο. Η φλογέρα. Η γκάϊντα. Ο ζουρνάς.
Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι ο χορός είναι δώρο των θεών προς τον άνθρωπο.

Τα πνευστά

Το κλαρινέτοευθύαυλος) είναι πνευστό μουσικό όργανο. Στη σημερινή του μορφή εμφανίστηκε τον 19ο αιώνα. Το κλαρινέτο κατέχει σήμερα βασική θέση στη συμφωνική ορχήστρα, και ανήκει στην κατηγορία των ξύλινων πνευστών. Πολύ σύνηθες είναι το κλαρινέτο και ως μέλος ορχηστρών της τζαζ. Στην Ελλάδα, όπου επεκράτησε η ονομασία κλαρίνο, αλλά και σε πολλές χώρες των Βαλκανίων, αποτελεί ένα από τα βασικά όργανα της παραδοσιακής μουσικής. Το κλαρινέτο προήλθε από μετεξέλιξη παλαιότερων παρόμοιων οργάνων. Η βιβλιογραφία αναφέρει ως πρόγονο του κλαρινέτου το γαλλικό πνευστό όργανο σαλυμώ (γαλλ. chalumeau, ετυμολογούμενο από την ελληνική λέξη «κάλαμος»), στο οποίο σταδιακά προστέθηκαν μια σειρά κλειδιά. Βασικό σταθμό αποτελεί η προσθήκη από τον Γερμανό Γιόχαν Κρίστοφ Ντέννερ του κλειδιού δίπλα στην πίσω οπή του οργάνου (στα Ελληνικά λέγεται και «ψυχή»). Ήδη από την αρχή του 19ου αιώνα, το κλαρινέτο, έχοντας μια μορφή πολύ κοντινή στη σημερινή, έχει βρει τη θέση του στη συμφωνική ορχήστρα. Το 1839, ο Γάλλος Υάκινθος Κλοζέ αναδιέταξε τα κλειδιά, φέρνοντας το κλαρινέτο στη μορφή που είναι σήμερα γενικά γνωστό.
Από τον αρχαιοελληνικό προπομπό του, τον αυλό, μέχρι το σημερινό κλαρίνο οι ομοιότητές παραμένουν σχεδόν ίδιες ως προς την τεχνική εκτέλεσης και την κατασκευή. Είναι πασίγνωστο το ειδικό βάρος που έχει το κλαρίνο στη Ελληνική δημοτική μουσική. Είναι πολύ διαδεδομένο σε όλες τις γωνιές της χώρας, ιδιαίτερα δε στην Πελοπόννησο, στη Στερεά, στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία, χωρίς να λείπει και από την υπόλοιπη επικράτεια. Δεν είναι απολύτως σίγουρο το πώς το κλαρίνο διαδόθηκε στην Ελλάδα, αντικαθιστώντας άλλα παλαιότερα όργανα όπως η φλογέρα και ο ζουρνάς. Είναι πιθανό να προήλθε από τη διαδικασία εκσυγχρονισμού των μουσικών του ελληνικού και τουρκικού στρατού στις αρχές του 19ου αιώνα, οι οποίοι μεταξύ άλλων υιοθέτησαν και το κλαρίνο. Κατά μια απλούστερη εκδοχή, το κλαρίνο πέρασε στους Έλληνες από τους Τούρκους περιοδεύοντες μουσικούς, οι οποίοι το έφεραν από την Ευρώπη τον καιρό της τουρκοκρατίας. Το κλαρίνο διαδόθηκε εύκολα, λόγω της απόδοσής του και ίσως λόγω και της επιρροής του ως ένα μοντέρνο όργανο κατευθείαν από τις συμφωνικές ορχήστρες της Δύσης.
Σίγουρα όμως το κλαρίνο επικράτησε κυρίως λόγω των μεγάλων του μουσικών ικανοτήτων και του τόσο ταιριαστού στην Ελληνική μουσική ήχου του, που οι Έλληνες αγάπησαν αμέσως. Η έκταση το διαχωρίζει σαφώς από τα απλούστερα παρόμοια όργανα, όπως η φλογέρα και το σουραύλι, που έχουν σαφώς μικρότερες δυνατότητες. Η "άλωση" της δημοτικής μουσικής από το κλαρίνο ήταν τόσο καθολική, που σήμερα για τους περισσότερους Έλληνες είναι αδιανόητη η αποσύνδεσή της από αυτό.
Το παραδοσιακό κλαρίνο στην Ελλάδα είναι σε κλίμακα Ντο, αλλά ευρέως χρησιμοποιείται και σε Σι♭. Στη Θράκη χρησιμοποιούν και το μεταλλικό κλαρίνο σε Σολ.
Οι Έλληνες οργανοπαίκτες εξέλιξαν την τεχνική του παιξίματος του οργάνου. Η εξέλιξη αυτή ήταν σταδιακή και έχει σήμερα κλείσει έναν πολύ μεγάλο κύκλο, καταλήγοντας σε έναν χαρακτηριστικό και εύκολα αναγνωρίσιμο ήχο, σε ότι αφορά την παραδοσιακή μουσική μας. Η καταγεγραμμένη από τις αρχές του αιώνα δεξιοτεχνία στο παίξιμο του κλαρίνου μαρτυρούν αυτήν την εξέλιξη, ενώ η διάδοσή του είναι ακόμα εξαιρετικά μεγάλη, ακόμα και εκτός της παραδοσιακής Ελληνικής μουσικής.

Η φλογέρα είναι πνευστό μουσικό όργανο. Ανήκει στα ελληνικά ποιμενικά όργανα, μαζί με το σουραύλι, τη μαντούρα και το θιαμπόλι. Είναι κυλινδρικό, μακρόστενο, καθώς και ανοικτό και στα δύο του άκρα. Το ένα άκρο (κεφαλή) είναι το μέρος στο οποίο φυσά ο οργανοπαίκτης και παράγει τις κύριες δονήσεις του ήχου, και κατά μήκος του κυλίνδρου φέρει έξι ευθυγραμμισμένες οπές σε σχετικές αποστάσεις μεταξύ τους, τις οποίες κλείνει και ανοίγει με τα δάχτυλά του ο οργανοπαίκτης καθώς παίζει και οι οποίες δίνουν τα διαστήματα της διατονικής κλίμακας. Είναι παραδοσιακό μουσικό όργανο που φτιάχνεται από καλάμι, ξύλο ή κόκαλο, αλλά και πιο σύγχρονα υλικά πλέον, όπως πλαστικό. Έχει διάφορα μεγέθη και απαντάται με μήκος από 15 ως και 80 περίπου εκατοστά. Χρησιμοποιείται στην παραδοσιακή μουσική.
Στην Ελλάδα η φλογέρα κάποιες φορές συγχέεται λανθασμένα με το φλάουτο με ράμφος, το οποίο όμως φέρει επιστόμιο καθώς και επτά συν μία (στο άνω πίσω μέρος) οπές οι οποίες δίνουν τα διαστήματα της χρωματικής κλίμακας και είναι από τα μουσικά όργανα που χρησιμοποιούνται για την εισαγωγή στην εκπαίδευση της μουσικής στα δημόσια σχολεία.

Η γκαίντα είναι ένα μουσικό όργανο που ανήκει στην οικογένεια του άσκαυλου. Η αγγλική λέξη bagpipe κυριολεκτικά είναι συνώνημη με τη λέξη άσκαυλος (ασκός=bag, αυλός=pipe). Στην Ελλάδα συναντούνται δύο είδη άσκαυλων. Η γκάιντα και η τσαμπούνα. Τα ονόματα διαφοροποιούνται από περιοχή σε περιοχή.
Τα εθνικά σύνορα ποτέ δεν αποτέλεσαν όρια για τις παραδόσεις και τον πολιτισμό. Έτσι συναντάμε παρόμοιους αν όχι ίδιους ήχους και τραγούδια στις δύο πλευρές των συνόρων. Το μόνο που αλλάζει είναι η γλώσσα των στίχων σύμφωνα με την κυρίαρχη γλώσσα. Η μουσική όπως και πολλά άλλα πράγματα στα Βαλκάνια αποτελούν λόγω διαφωνίας. Δεν μπορεί να υπάρξει ιδιοκτησιακό καθεστός για μουσική που είναι τόσο παλιά. τα ίχνη της προέλευσης χάνονται στο παρελθόν.
Η ιστορία της γκάιντας στην Ελλάδα
Όπως τόσα άλλα μουσικά όργανα ο άσκαυλος ήρθε στην Ελλάδα από την Ασία μεταξύ 1ου και δεύτερου αιώνα μ.Χ.. (πηγή: Suetonius, Dionis Christostomos). Από τότε και μετά η παρουσία του άσκαυλού επιβεβαιώνεται από πολλές απεικονίσεις και γραπτές πηγές. Μέχρι σήμερα από τις αρχαιολογικές έρευνες δεν έχει επιβεβεωθεί η παρουσία του άσκαυλου πριν τον 1ο αιώνα μ.Χ. .
Ο άσκαυλος, με τη μορφή της γκάιντας, εμφανίζεται σε τοιχογραφίες στο μοναστήρι της Μεγίστης Λαύρας στο Άγιο Όρος και στο μοναστήρι Βαρλαάμ στα Μετέωρα (16 αιώνας). Στον ίδιο αιώνα (16ος αιώνας) ο Nicolas de Nicolay απεικονίζει στα χρονικά του μία απεικόνιση με το όνομα «Ένας Έλληνας χωρικός» ("A greek peasant"«) ο οποίος παίζει μία μορφή άσκαυλου.
Αυτές οι τρεις απεικονίσεις δεν είναι μόνο σημαντικές επειδή αποδεικνύουν τη παρουσία της γκάιντας στην Ελλάδα, αλλά δείχνουν επίσης ότι ο αυλός (γκαϊντανίτσα) και ο ισοκράτης (μπορί) είχαν κωνική απόληξη. Αυτού του είδους οι άσκαυλοι παίζονται σήμερα σε όλη την Ευρώπη, αλλά δεν συναντούνται πια στην Ελλάδα.

O ζουρνάς ή η ζουρνά, κατά την περσική εκδοχή, έλκει την καταγωγή του από τον αρχαίο οξύαυλο. Στον ελλαδικό χώρο, ηπειρωτικό και νησιώτικο, είναι η καραμούζα ή η πίπιζα. Όπως όμως και αν το πει κανείς, δύσκολα μπορεί να μπερδέψει τον ζουρνά με κάποιο άλλο όργανο: το διπλό του γλωσσίδι του χαρίζει έναν οξύ και διαπεραστικό ήχο. Κι αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό του είναι εκείνο που τον έκανε παντοτινό «ζευγάρι» με το νταούλι (ταούλ’).
Το δίδυμο ζουρνάς-νταούλι, ήδη από τους βυζαντινούς χρόνους, ήταν η πιο χαρακτηριστική ζυγιά (συνδυασμός μουσικών οργάνων) των γιορτών και των γάμων, αφού στην εποχή όπου δεν υπήρχαν οι ενισχυτές ο ήχος έφτανε μέχρι και τον τελευταίο θεατή.
Και στον Πόντο θεωρείται ένα λαϊκό όργανο. Ζουρνάδες συναντά κανείς σε όλες τις περιοχές, και μάλλον ήταν το κυρίαρχο όργανο με το οποίο εκτελούνταν οι ποντιακοί χοροί. Τον καθιέρωσαν κυρίως τα πανηγύρια των παρχαριών, αφού ο ανοιχτός χώρος κάνει τη χρήση της λύρας σχεδόν απαγορευτική σε αντίθεση με την ηχητική ένταση του ζουρνά, που δίνει τη δυνατότητα να χορεύουν πάρα πολλά άτομα ακούγοντάς τον. Οι μουσικοί της ζυγιάς βρίσκονται στη μέση του κύκλου των χορευτών και τον διατρέχουν από τον πρώτο ως τον τελευταίο για να σιγουρευτούν ότι ακούνε όλοι.
Καλός ζουρνατζής είναι εκείνος που δεν σταματάει καθόλου το σκοπό για να πάρει αναπνοή.
Έτσι ο τρόπος που αναπνέουν αυτοί οι οργανοπαίκτες απαιτεί ιδιαίτερη εξάσκηση. Όπως και σε άλλα πνευστά παραδοσιακά όργανα, χρησιμοποιείται η τεχνική της κυκλικής αναπνοής. Οι οργανοπαίχτες ενώ φυσούν από το στόμα και ο ζουρνάς παράγει ήχο, ταυτόχρονα παίρνουν αέρα από την μύτη και τον αποθηκεύουν στη στοματική κοιλότητα προκειμένου να μην σταματάει ποτέ η ροή του αέρα στο μουσικό όργανο.
Η ιδιομορφία του ήχου του είναι πλεονέκτημα αλλά και μειονέκτημα ταυτόχρονα. Ελάχιστοι είναι εκείνοι που μπορούν να τραγουδήσουν συνοδεία ζουρνά. Έτσι, και καθώς το τραγούδι είναι συνυφασμένο με ην ποντιακή διασκέδαση, στα πανηγύρια οι μεγάλες παρέες χορεύουν με το ζουρνά και οι μικρότερες τραγουδούν με τη λύρα.
Στις περισσότερες καταγραφές που υπάρχουν για την ποντιακή μουσική, στη ζυγιά ο ζουρνάς είναι μόνον ένας. Ωστόσο, η εκπομπή του Γιώργου Μελίκη «Το τραγούδι και ο τόπος του» ανακάλυψε στην Κομοτηνή Πόντιους πρόσφυγες που παίζουν τον «κλασικό» συνδυασμό: δυο ζουρνάδες και ένα νταούλι. Ο πρώτος για τη μελωδία και ο δεύτερος για το ίσο.
Το μέγεθος του ζουρνά διαφέρει από περιοχή σε περιοχή του Πόντου. Στην περιοχή της Ματσούκας συναντάμε το μικρότερο μέγεθος, περίπου 25-30 εκ., με πολύ οξύ ήχο. Στις υπόλοιπες περιοχές του Πόντου κυριαρχεί το μεσαίο μέγεθος, που συνήθως κυμαίνεται στα 40-45 εκ. Στην Μπάφρα συναντάται το μεγαλύτερο μέγεθος, στα 60 εκ.
Συνήθως κατασκευαστής ήταν ο ίδιος ο οργανοπαίχτης, και τα ξύλα διάφορα: από απλό καλάμι έως οξιά, κερασιά, καρυδιά, ελιά, κουμαριά, βερικοκιά, σφεντάμι, ρείκι, μαυρομουριά. Τα πιο σπάνια ήταν τα εβένινα.
Κάθε ζουρνάς αποτελείται από τρία μέρη: τον κυρίως ζουρνά, τον κλέφτη, και το κανέλι με την τσαμπούνα (τσιμπόν). Ο σωλήνας του ζουρνά –συνήθως ελαφρά κωνικός, κάποτε και κυλινδρικός– καταλήγει σ’ ένα χωνί, περισσότερο ή λιγότερο ανοιχτό. Ωστόσο σημαντικό ρόλο στην ποιότητα του ήχου παίζει η τσαμπούνα, κοινώς το γλωσσίδι. Στο «τελετουργικό» του ζουρνατζή πριν από κάθε παίξιμο περιλαμβάνεται το να σαλιώσει και να «μασήσει» ελαφρά την τσαμπούνα προκειμένου να μαλακώσει και να αποδώσει καλύτερα. Άλλοτε, για να επιτύχουν το ίδιο αποτέλεσμα ρίχνουν μέσα στο ζουρνά νερό ή οινοπνευματώδες ποτό.

Χάλκινα πνευστά. Σύμφωνα με μουσικολογικές μελέτες το συγκεκριμένο φαινόμενο άρχισε να κάνει  σταδιακά να κάνει την εμφάνιση του στην Μακεδονία στις αρχές του 20ου αιώνα. Όσον αφορά τη γενεσιουργό αιτία του, οι γνώμες διίστανται. Το πιο πιθανό σενάριο αναφέρει ότι οι μπάντες χάλκινων πνευστών προέκυψαν από την διάλυση των μουσικών τμημάτων του τουρκικού στρατού κατά την άτακτη αποχώρησή του  κατά την απελευθέρωση της Μακεδονίας το 1912. Οι κάτοικοι της Μακεδονίας εκτιμώντας τον ξεχωριστό ήχο αυτών των οργάνων, αρχικά τα ενέταξαν αρμονικά στην παραδοσιακή μουσική ωστόσο με την πάροδο των ετών εκτόπισαν τελικά παλαιότερα όργανα όπως ο ζουρνάς, οι φλογέρες και τα καβάλια.
Μια άλλη εκδοχή, η οποία συγκεντρώνει όμως μικρότερες πιθανότητες, κάνει λόγο για εισαγωγή των πνευστών οργάνων στη Μακεδονία από εύπορους Μακεδόνες της Ευρώπης που επαναπατρίστηκαν στην Ελλάδα. Μεγαλωμένοι στο αστικό περιβάλλον των ευρωπαϊκών πόλεων, οι άνθρωποι αυτοί ίδρυσαν μουσικούς συλλόγους στα πρότυπα των μεγάλων ορχηστρών της Ευρώπης. Έτσι, σταδιακά τα πνευστά όργανα από αυτές τις ορχήστρες βγήκαν από τα ωδεία στους δρόμους και τα καλντερίμια και έγιναν κομμάτι της μουσικής παράδοσης της Μακεδονίας.
Σήμερα, η περιοχή της Γουμένισσας, διατηρεί την μεγαλύτερη παράδοση στα χάλκινα και τυα λεγόμενα Χάλκινα της Γουμένισσας, η μπάντα του Αλέξανδρου Ζώρα, έχει καθιερωθεί μουσικά σε ολόκληρη την Ελλάδα, πραγματοποιώντας συναυλίες σε εμβληματικούς χώρους όπως το Ηρώδειο και το Μέγαρο Μουσικής. Στις χώρες της βαλκανικής συναντώνται παντού, ενώ έγιναν διάσημα μέσα από τις κινηματογραφικές ταινίες του Εμίλ Κοστουρίτσα (ο καιρός των τσιγγάνων), με τον Γκόραν Μπρέγκοβιτς κυριολεκτικά να τα "απογειώνει".

Σχόλια