Τα Παραδοσιακά μας μουσικά όργανα.
Τα μουσικά Παραδοσιακά όργανα χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες:
Τα Έγχορδα. Τα Κρουστά και τα Πνευστά.
Έγχορδα όργανα είναι Το Λαούτο. Το βιολί.. Η λύρα. Το σαντούρι.
Στις πιο σύγχρονες μορφές του τραγουδιού (Ρεμπέτικο, Επτανησιακή μουσική, Λαϊκό), είναι το μπουζούκι, ο μπαγλαμάς, το μαντολίνο, η κιθάρα, το μπάσο κλπ
Κρουστά όργανα είναι: Το νταούλι. Το ντέφι. Το τουμπερλέκι. Τα ζίλια. (σαχάνια- κύμβαλα δακτύλων).
Τέλος πνευστά όργανα είναι το κλαρίνο. Η φλογέρα. Η γκάϊντα. Ο ζουρνάς.
Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι ο χορός είναι δώρο των θεών προς τον άνθρωπο.
Το Μπουζούκι είναι λαουτοειδές έγχορδο λαϊκό μουσικό όργανο, με αχλαδόσχημο αντηχείο (σκάφος) από επιμήκεις ξύλινες λουρίδες, τις ντούγιες, και μακρύ βραχίονα, το μπράτσο ή μάνικο με κλειδιά στην άκρη για το χόρδισμα (κούρδισμα).
Κατά μήκος του βραχίονα υπάρχουν λεπτά μεταλλικά ελάσματα, κάθετα προς τον επιμήκη άξονα του βραχίονα, που σφηνώνονται σε μία λεπτή σχισμή και λέγονται τάστα. Τα διαστήματα ανάμεσα στα τάστα, οριοθετούν την απόσταση του ημιτονίου.
Το σύγχρονο μπουζούκι διαθέτει τρεις ή τέσσερις διπλές χορδές τις οποίες χτυπά ο μουσικός με ένα μικρό πλήκτρο την πένα. Αρχικά το μπουζούκι έφερε τρία ζεύγη μεταλλικών χορδών κουρδισμένες σε τόνους ΡΕ-ΛΑ-ΡΕ (υπάρχουν επίσης αναφορές για επτάχορδα ή και οκτάχορδα τριφωνικά μπουζούκια πάλι σε χόρδισμα ΡΕ-ΛΑ-ΡΕ, με τη διαφορά ότι η μπάσα ΡΕ και άλλοτε και η ΛΑ αποτελούνταν από 3 χορδές), ενώ αργότερα απέκτησε τέταρτο ζεύγος και κούρδισμα ΝΤΟ-ΦΑ-ΛΑ-ΡΕ (πάλι ανά ζεύγος).
Παλιότερα τα κουρδίσματα (ντουζένια) άλλαζαν ανάλογα με τον μουσικό δρόμο (μακάμ) της εκτελούμενης μελωδίας. Οι τρόποι αυτοί διατηρήθηκαν μέχρι τον μεσοπόλεμο και χάθηκαν σταδιακά, οριστικά δε με την επικράτηση του τετράχορδου.
Η καταγωγή του μπουζουκιού σαν όργανο είναι ελληνική, ενώ θεωρείται όπως κι όλα τα λαούτα, σαν ένα είδος μετεξέλιξης της αρχαιοελληνικής πανδούρας. Η καταγωγή του μπουζουκιού, ως απόγονος της αρχαίας ελληνικής μουσικής, τοποθετείται στην αρχαία Ελλάδα, όπου υπήρχε το αντίστοιχο αρχαιοελληνικό όργανο γνωστό κι ως "Πανδουρίδιον" ή αλλιώς "τρίχορδο" επειδή είχε τρεις χορδές.
Έντονος υποστηρικτής της πηγής αυτής είναι τα μάρμαρα της εποχής, με γνωστότερο αυτό της Μαντινείας (4ος αιώνας π.Χ.), που σήμερα εκτίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, κι απεικονίζει το μυθικό αγώνα, μεταξύ Απόλλωνος και Μαρσύα, όπου η αρχαιοελληνική πανδούρα παίζεται από μια μούσα κάθισμένη πάνω σε έναν βράχο.
Ορισμένοι δέχονται την τουρκική προέλευση μόνο στην ονομασία του (buzuq), αν και είναι πιθανόν η λέξη να προέρχεται από τη περσική λέξη "tambur-e bozorg" που σημαίνει "μεγάλος ταμπουράς" με μετατροπή του ήχου "rg" σε "k" στην Ελληνική και την Τουρκική. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, το μπουζούκι που κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο στη λαϊκή ορχήστρα, έχει σχήμα, διαστάσεις και διάταξη χορδών, ίδια περίπου εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Πέρασε από τους αρχαίους Έλληνες στους Βυζαντινούς, επέζησε στην Τουρκοκρατία και η άνθησή του στις μέρες μας πέρασε πρώτα από μια περίοδο αμφισβήτησης στις αρχές του αιώνα. Οι παραλλαγές αυτού του αρχαίου οργάνου ήταν αρκετές μέσα στα χρόνια της ζωής του και είχε τα ονόματα πανδούρα ή πανδουρίδα, τρίχορδον, ταμπουράς, θαμπούρα, ταμπούριν, ψαλτήριον, μπουζούκι και πολλά άλλα ακόμη με τα οποία ονομάζονταν και άλλα μικρότερα ή μεγαλύτερα όργανα της ίδιας οικογένειας, των ταμπουράδων.
Στην πραγματικότητα ήταν απλώς μικροτροποποιήσεις και παραλλαγές του ίδιου βασικού οργάνου, του ταμπουρά. Ο μουσικολόγος και κριτικός Φοίβος Άνωγειανάκης περιγράφει την πορεία του ταμπουρά και την ιστορία του ονόματός του ως τις μέρες μας. Για τη βυζαντινή εποχή οι πηγές είναι πολλές, καθώς η πανδούρα και το κανονάκι, ήταν από τα βασικότερα όργανα για τη διδασκαλία της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής, όπως τονίζει ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος στο βιβλίο του για την βυζαντινή μουσική.
Στο 2ο μισό του 19ου αιώνα ανιχνεύονται οι ρίζες του ρεμπέτικου τραγουδιού, το οποίο άρχισε να αποδίδεται με τη συνοδεία μπουζουκιού, αλλά όχι αποκλειστικά, όπως έγινε αργότερα.
To 1935 σχηματίσθηκε η πρώτη επαγγελματική ρεμπέτικη κομπανία (το συνηθισμένο σχήμα με δύο μπουζούκια, μια κιθάρα κι ένα μπαγλαμά ή και παραλλαγές).
Στην κομπανία συμμετείχαν ο Μάρκος Βαμβακάρης,που έπαιζε μπουζούκι και τραγουδούσε, ο Στράτος Παγιουμτζής που τραγουδούσε κυρίως, ο Ανέστης Δελιάς που έπαιζε μπουζούκια, κιθάρα και τραγουδούσε, και ο Γιώργος Μπάτης που έπαιζε μπαγλαμά και τραγουδούσε.
Το ρεμπέτικο, αυτό το μουσικό είδος ταυτίσθηκε με το μπουζούκι και το όργανο αυτό τελειοποιήθηκε και αξιοποιήθηκε στα χέρια μεγάλων εκτελεστών ανάμεσα στους οποίους ήταν οι Βαμβακάρης, Τσιτσάνης, Παπαϊωάννου, Χιώτης, Μητσάκης και πολλοί άλλοι.
Η μεγάλη αλλαγή στην τεχνική του μπουζουκιού έγινε από το Μανώλη Χιώτη, που είχε την ιδέα να το κάνει ηλεκτρικό,να προσθέσει μια ακόμη διπλή χορδή και να το κουρδίσει στη λογική της κιθάρας. Κατασκευαστές του τετράχορδου μπουζουκιού οι οργανοποιοί αδελφοί Παναγή .
Το τετράχορδο, ως πιο πολυφωνικό, έδινε τη δυνατότητα για περισσότερες και πιο περίπλοκες συγχορδίες ενώ, επειδή έχει περισσότερες χορδές, διευκόλυνε τον εκτελεστή να παίζει τις κλίμακες κάνοντας μικρότερες διαδρομές στην ταστιέρα με τα δάχτυλα του αριστερού χεριού.
Ο μπαγλαμάς ή μπαγλαμαδάκι, (εκ του τουρκικού baglama), είναι νυκτό μουσικό όργανο, συγγενές του μπουζουκιού (αλλά μικρότερο σε διαστάσεις), που χρησιμοποιείται στην ελληνική λαϊκή μουσική. Κατά κανόνα έχει τρεις διπλές χορδές. Ο ήχος του μπαγλαμά είναι οξύς. Κάθε χορδή κουρδίζεται μία οκτάβα υψηλότερα από την αντίστοιχη στο μπουζούκι. όπως κι ο ταμπουράς, μετεξέλιξη της αρχαιοελληνικής πανδούρας και μικρογραφία του μπουζουκιού.Ο λόγος που ο μπαγλαμάς έχει μικρότερες διαστάσεις είναι ότι έτσι θα μπορούσαν οι παίκτες να τον κρύψουν εύκολα, αφού απαγορευόταν επί τουρκοκρατίας και μετέπειτα επί δικτατορίας (βλέπε αναφορές Ηλία Πετροπουλου).
Το μαντολίνο είναι έγχορδο νυκτό μουσικό όργανο. Δημιουργήθηκε λίγο πριν το τέλος του 17ου αιώνα. Είναι η τελειοποίηση της "μάντολα" (Mandola ή Mantola), ενός οργάνου που χρονολογείται από τον Μεσαίωνα, μιας και το όνομά του βεβαιώνεται με μαρτυρίες από το 1210. Είναι βέβαιο ότι πολύ λίγα από τα σημερινά όργανα μουσικής μπορούν να «καυχηθούν» για μια τόσο παλαιά προέλευση. Στη βόρεια Ιταλία τον 17ο αιώνα ξεκίνησε να φτιάχνεται μια μικρότερη μάντολα με λιγότερες χορδές. Το νέο αυτό όργανο ονομαζόταν «μαντολίνο» που στην πραγματικότητα σημαίνει «μικρή μάντολα». Η λανθασμένη αυτή σκέψη αποκαταστάθηκε από τον ερευνητή της ιστορίας του οργάνου Κonrad Wölki και το Μιλανέζικο μαντολίνο ήταν αυτό που αναπτύχθηκε άμεσα από την μάντολα, ενώ το Ναπολιτάνικο μαντολίνο υιοθέτησε μόνο το όνομά του.
Λίγο αργότερα, καθώς μια οικογένεια οργάνων άρχισε να δημιουργείται με βάση το Ναπολιτάνικο μαντολίνο, και η οποία περιλάμβανε μαντολίνα μεγαλύτερων διαστάσεων και βαθύτερων τόνων, το όνομα «μαντόλα» χρησιμοποιήθηκε για μια ακόμα φορά, αλλά τώρα για ένα alto μαντολίνο. Με την έννοια αυτή έμοιαζε με μεγάλο μαντολίνο και φυσικά δεν είχε τίποτα κοινό με την προγενέστερη σημασία της λέξης «Μantola».
Διάφοροι άλλοι τύποι μαντολίνου άρχισαν να εμφανίζονται και να παίρνουν το όνομά τους, όπως συνηθιζόταν, από την πόλη όπου πρωτοκατασκευάστηκαν. Έτσι διαδοχικά, μέσα σε λίγα χρόνια εκτός από τους 3 τύπους μαντολίνων, Μιλανέζικο, Φλωρεντινό και Ναπολιτάνικο, κατασκευάστηκαν το Γενοβέζικο (5-6 χορδές), το Παντουάνικο (5 χορδές), το Ρωμαϊκό (4 χορδές), το Σιενέζικο (4-5 χορδές), το Σικελικό (1 χορδή διπλή ή 3 χορδές τριπλές).Επίσης το Επτανησιακό εχει 4 χορδές( mi la re sol). Αρχικά το μαντολίνο κατασκευαζόταν με εντέρινες χορδές. Με την πάροδο του χρόνου, χρησιμοποιήθηκαν ζεύγη συρμάτινων χορδών οι οποίες και κουρδίζονται με μεταλλικά κλειδιά. Το αρχικό σχήμα και το πλέον κλασσικό, που διατηρείται ακόμα και στις μέρες μας είναι το αχλαδοειδές. Στην πάροδο του χρόνου συναντάμε μαντολίνα με επίπεδη πλάτη που διακρίνονται για την βαρύτερη τονικότητά τους. Μελωδίες για μαντολίνο χρονολογούνται στα μέσα του 17ου αιώνα. Αρκετοί «κλασσικοί» έχουν χρησιμοποιήσει μαντολίνο στα έργα τους. Στις αρχές του 20ου αιώνα το μαντολίνο γνώρισε μεγάλη άνθηση λόγω των μαντολινάτων. Οι μαντολινάτες αποτελούνται από μαντολίνα, μαντόλες κιθάρες και έχουν επιδείξει μελωδίες απαράμιλλης ακουστικής. Το μαντολίνο συναντάτε πλέον σε όλο τον κόσμο. Συνοδεύει κατά τόπους παραδοσιακά τραγούδια, blue grass αμερικάνικες μελωδίες, μοντέρνα ακούσματα της rock και pop μουσικής. Στην Ελλάδα το μαντολίνο, ως μουσικό όργανο έκφρασης της τοπικής μουσικής παράδοσης, εμφανίστηκε κυρίως στα Επτάνησα και στην Κρήτη. Φημισμένες εξάλλου είναι οι μαντολινάτες των Επτανήσων και των Αθηνών. Στην Κρήτη το όργανο εμφανίζεται από την εποχή της ενετοκρατίας. Στις αρχές του 20ου αιώνα το μαντολίνο εμφανίζεται ως κυρίαρχο όργανο συνοδείας της λύρας μαζί με το μπουλγαρί.
Ο Ταμπουράς, με την γενική έννοια, είναι η ελληνική ονομασία μιας ευρύτερης οικογένειας εγχόρδων μουσικών οργάνων, αλλά δηλώνει και ένα συγκεκριμένο ελληνικό παραδοσιακό όργανο, που ανήκει σ' αυτή την οικογένεια.
Ο ταμπουράς γενικά, είναι ένα έγχορδο μουσικό όργανο με μακρύ χέρι, απόγονος της αρχαιοελληνικής πανδούρας και πρόγονος πανομοιότυπων λαούτων (όπως για παράδειγμα το τούρκικο σάζι), καθώς θεωρείται όργανο αναβίωσης κυρίως στα βυζαντινά χρόνια Ο ταμπουράς αναφέρεται στο βυζαντινό έπος του Διγενή Ακρίτα όταν ο ήρωας παίζει ένα θαμπούρι (μεσαιωνική μορφή ταμπουρά).
Αυτά τα μουσικά όργανα έχουν βαθουλωτό σκάφος και το καπάκι είναι επίπεδο, με ή χωρίς τρύπα. Ο αριθμός των χορδών κυμαίνεται, συνήθως μεταξύ τριών (μονές, διπλές αλλά και τριπλές). Το μέγεθος των ταμπουράδων μπορεί να ξεπεράσει το ένα μέτρο.
Από την αρχαιοελληνική πανδουρίδα, μέχρι τον 19ο αιώνα ο ταμπουράς, απέκτησε σταθερά τάστα και έγινε το σημερινό τρίχορδο μπουζούκι.
Τα τελευταία χρόνια αυξάνεται το ενδιαφέρον για τον παλιό ταμπουρά στην Ελλάδα. Επειδή ο παραδοσιακός Ελληνικός ταμπουράς είναι χαμηλόφωνο όργανο, δεν χρησιμοποιείται συχνά ως κύριο σολιστικό όργανο, αλλά μάλλον εντός της παραδοσιακής ορχήστρας, για να συνοδεύει το κύριο όργανο (λύρα, βιολί, φλογέρα κ.λ.π). Ωστόσο, ο ταμπουράς είναι ουσιαστικά ένα σολιστικό όργανο. Αφού δεν είναι συγκερασμένο, δεν είναι κατάλληλο για το παίξιμο συγχορδιών. Ο ταμπουράς δεν χρησιμοποιείται στο ρεμπέτικο ούτε στο λαϊκό τραγούδι. Θεωρείται το ιδανικό όργανο για τη σπουδή των βυζαντινών κλιμάκων.
Τα μουσικά Παραδοσιακά όργανα χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες:
Τα Έγχορδα. Τα Κρουστά και τα Πνευστά.
Έγχορδα όργανα είναι Το Λαούτο. Το βιολί.. Η λύρα. Το σαντούρι.
Στις πιο σύγχρονες μορφές του τραγουδιού (Ρεμπέτικο, Επτανησιακή μουσική, Λαϊκό), είναι το μπουζούκι, ο μπαγλαμάς, το μαντολίνο, η κιθάρα, το μπάσο κλπ
Κρουστά όργανα είναι: Το νταούλι. Το ντέφι. Το τουμπερλέκι. Τα ζίλια. (σαχάνια- κύμβαλα δακτύλων).
Τέλος πνευστά όργανα είναι το κλαρίνο. Η φλογέρα. Η γκάϊντα. Ο ζουρνάς.
Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι ο χορός είναι δώρο των θεών προς τον άνθρωπο.
Έγχορδα. Η πιο σύγχρονη εκδοχή.
Το Μπουζούκι είναι λαουτοειδές έγχορδο λαϊκό μουσικό όργανο, με αχλαδόσχημο αντηχείο (σκάφος) από επιμήκεις ξύλινες λουρίδες, τις ντούγιες, και μακρύ βραχίονα, το μπράτσο ή μάνικο με κλειδιά στην άκρη για το χόρδισμα (κούρδισμα).
Κατά μήκος του βραχίονα υπάρχουν λεπτά μεταλλικά ελάσματα, κάθετα προς τον επιμήκη άξονα του βραχίονα, που σφηνώνονται σε μία λεπτή σχισμή και λέγονται τάστα. Τα διαστήματα ανάμεσα στα τάστα, οριοθετούν την απόσταση του ημιτονίου.
Το σύγχρονο μπουζούκι διαθέτει τρεις ή τέσσερις διπλές χορδές τις οποίες χτυπά ο μουσικός με ένα μικρό πλήκτρο την πένα. Αρχικά το μπουζούκι έφερε τρία ζεύγη μεταλλικών χορδών κουρδισμένες σε τόνους ΡΕ-ΛΑ-ΡΕ (υπάρχουν επίσης αναφορές για επτάχορδα ή και οκτάχορδα τριφωνικά μπουζούκια πάλι σε χόρδισμα ΡΕ-ΛΑ-ΡΕ, με τη διαφορά ότι η μπάσα ΡΕ και άλλοτε και η ΛΑ αποτελούνταν από 3 χορδές), ενώ αργότερα απέκτησε τέταρτο ζεύγος και κούρδισμα ΝΤΟ-ΦΑ-ΛΑ-ΡΕ (πάλι ανά ζεύγος).
Παλιότερα τα κουρδίσματα (ντουζένια) άλλαζαν ανάλογα με τον μουσικό δρόμο (μακάμ) της εκτελούμενης μελωδίας. Οι τρόποι αυτοί διατηρήθηκαν μέχρι τον μεσοπόλεμο και χάθηκαν σταδιακά, οριστικά δε με την επικράτηση του τετράχορδου.
Η καταγωγή του μπουζουκιού σαν όργανο είναι ελληνική, ενώ θεωρείται όπως κι όλα τα λαούτα, σαν ένα είδος μετεξέλιξης της αρχαιοελληνικής πανδούρας. Η καταγωγή του μπουζουκιού, ως απόγονος της αρχαίας ελληνικής μουσικής, τοποθετείται στην αρχαία Ελλάδα, όπου υπήρχε το αντίστοιχο αρχαιοελληνικό όργανο γνωστό κι ως "Πανδουρίδιον" ή αλλιώς "τρίχορδο" επειδή είχε τρεις χορδές.
Έντονος υποστηρικτής της πηγής αυτής είναι τα μάρμαρα της εποχής, με γνωστότερο αυτό της Μαντινείας (4ος αιώνας π.Χ.), που σήμερα εκτίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, κι απεικονίζει το μυθικό αγώνα, μεταξύ Απόλλωνος και Μαρσύα, όπου η αρχαιοελληνική πανδούρα παίζεται από μια μούσα κάθισμένη πάνω σε έναν βράχο.
Ορισμένοι δέχονται την τουρκική προέλευση μόνο στην ονομασία του (buzuq), αν και είναι πιθανόν η λέξη να προέρχεται από τη περσική λέξη "tambur-e bozorg" που σημαίνει "μεγάλος ταμπουράς" με μετατροπή του ήχου "rg" σε "k" στην Ελληνική και την Τουρκική. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, το μπουζούκι που κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο στη λαϊκή ορχήστρα, έχει σχήμα, διαστάσεις και διάταξη χορδών, ίδια περίπου εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Πέρασε από τους αρχαίους Έλληνες στους Βυζαντινούς, επέζησε στην Τουρκοκρατία και η άνθησή του στις μέρες μας πέρασε πρώτα από μια περίοδο αμφισβήτησης στις αρχές του αιώνα. Οι παραλλαγές αυτού του αρχαίου οργάνου ήταν αρκετές μέσα στα χρόνια της ζωής του και είχε τα ονόματα πανδούρα ή πανδουρίδα, τρίχορδον, ταμπουράς, θαμπούρα, ταμπούριν, ψαλτήριον, μπουζούκι και πολλά άλλα ακόμη με τα οποία ονομάζονταν και άλλα μικρότερα ή μεγαλύτερα όργανα της ίδιας οικογένειας, των ταμπουράδων.
Στην πραγματικότητα ήταν απλώς μικροτροποποιήσεις και παραλλαγές του ίδιου βασικού οργάνου, του ταμπουρά. Ο μουσικολόγος και κριτικός Φοίβος Άνωγειανάκης περιγράφει την πορεία του ταμπουρά και την ιστορία του ονόματός του ως τις μέρες μας. Για τη βυζαντινή εποχή οι πηγές είναι πολλές, καθώς η πανδούρα και το κανονάκι, ήταν από τα βασικότερα όργανα για τη διδασκαλία της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής, όπως τονίζει ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος στο βιβλίο του για την βυζαντινή μουσική.
Στο 2ο μισό του 19ου αιώνα ανιχνεύονται οι ρίζες του ρεμπέτικου τραγουδιού, το οποίο άρχισε να αποδίδεται με τη συνοδεία μπουζουκιού, αλλά όχι αποκλειστικά, όπως έγινε αργότερα.
To 1935 σχηματίσθηκε η πρώτη επαγγελματική ρεμπέτικη κομπανία (το συνηθισμένο σχήμα με δύο μπουζούκια, μια κιθάρα κι ένα μπαγλαμά ή και παραλλαγές).
Στην κομπανία συμμετείχαν ο Μάρκος Βαμβακάρης,που έπαιζε μπουζούκι και τραγουδούσε, ο Στράτος Παγιουμτζής που τραγουδούσε κυρίως, ο Ανέστης Δελιάς που έπαιζε μπουζούκια, κιθάρα και τραγουδούσε, και ο Γιώργος Μπάτης που έπαιζε μπαγλαμά και τραγουδούσε.
Το ρεμπέτικο, αυτό το μουσικό είδος ταυτίσθηκε με το μπουζούκι και το όργανο αυτό τελειοποιήθηκε και αξιοποιήθηκε στα χέρια μεγάλων εκτελεστών ανάμεσα στους οποίους ήταν οι Βαμβακάρης, Τσιτσάνης, Παπαϊωάννου, Χιώτης, Μητσάκης και πολλοί άλλοι.
Η μεγάλη αλλαγή στην τεχνική του μπουζουκιού έγινε από το Μανώλη Χιώτη, που είχε την ιδέα να το κάνει ηλεκτρικό,να προσθέσει μια ακόμη διπλή χορδή και να το κουρδίσει στη λογική της κιθάρας. Κατασκευαστές του τετράχορδου μπουζουκιού οι οργανοποιοί αδελφοί Παναγή .
Το τετράχορδο, ως πιο πολυφωνικό, έδινε τη δυνατότητα για περισσότερες και πιο περίπλοκες συγχορδίες ενώ, επειδή έχει περισσότερες χορδές, διευκόλυνε τον εκτελεστή να παίζει τις κλίμακες κάνοντας μικρότερες διαδρομές στην ταστιέρα με τα δάχτυλα του αριστερού χεριού.
Ο μπαγλαμάς ή μπαγλαμαδάκι, (εκ του τουρκικού baglama), είναι νυκτό μουσικό όργανο, συγγενές του μπουζουκιού (αλλά μικρότερο σε διαστάσεις), που χρησιμοποιείται στην ελληνική λαϊκή μουσική. Κατά κανόνα έχει τρεις διπλές χορδές. Ο ήχος του μπαγλαμά είναι οξύς. Κάθε χορδή κουρδίζεται μία οκτάβα υψηλότερα από την αντίστοιχη στο μπουζούκι. όπως κι ο ταμπουράς, μετεξέλιξη της αρχαιοελληνικής πανδούρας και μικρογραφία του μπουζουκιού.Ο λόγος που ο μπαγλαμάς έχει μικρότερες διαστάσεις είναι ότι έτσι θα μπορούσαν οι παίκτες να τον κρύψουν εύκολα, αφού απαγορευόταν επί τουρκοκρατίας και μετέπειτα επί δικτατορίας (βλέπε αναφορές Ηλία Πετροπουλου).
Το μαντολίνο είναι έγχορδο νυκτό μουσικό όργανο. Δημιουργήθηκε λίγο πριν το τέλος του 17ου αιώνα. Είναι η τελειοποίηση της "μάντολα" (Mandola ή Mantola), ενός οργάνου που χρονολογείται από τον Μεσαίωνα, μιας και το όνομά του βεβαιώνεται με μαρτυρίες από το 1210. Είναι βέβαιο ότι πολύ λίγα από τα σημερινά όργανα μουσικής μπορούν να «καυχηθούν» για μια τόσο παλαιά προέλευση. Στη βόρεια Ιταλία τον 17ο αιώνα ξεκίνησε να φτιάχνεται μια μικρότερη μάντολα με λιγότερες χορδές. Το νέο αυτό όργανο ονομαζόταν «μαντολίνο» που στην πραγματικότητα σημαίνει «μικρή μάντολα». Η λανθασμένη αυτή σκέψη αποκαταστάθηκε από τον ερευνητή της ιστορίας του οργάνου Κonrad Wölki και το Μιλανέζικο μαντολίνο ήταν αυτό που αναπτύχθηκε άμεσα από την μάντολα, ενώ το Ναπολιτάνικο μαντολίνο υιοθέτησε μόνο το όνομά του.
Λίγο αργότερα, καθώς μια οικογένεια οργάνων άρχισε να δημιουργείται με βάση το Ναπολιτάνικο μαντολίνο, και η οποία περιλάμβανε μαντολίνα μεγαλύτερων διαστάσεων και βαθύτερων τόνων, το όνομα «μαντόλα» χρησιμοποιήθηκε για μια ακόμα φορά, αλλά τώρα για ένα alto μαντολίνο. Με την έννοια αυτή έμοιαζε με μεγάλο μαντολίνο και φυσικά δεν είχε τίποτα κοινό με την προγενέστερη σημασία της λέξης «Μantola».
Διάφοροι άλλοι τύποι μαντολίνου άρχισαν να εμφανίζονται και να παίρνουν το όνομά τους, όπως συνηθιζόταν, από την πόλη όπου πρωτοκατασκευάστηκαν. Έτσι διαδοχικά, μέσα σε λίγα χρόνια εκτός από τους 3 τύπους μαντολίνων, Μιλανέζικο, Φλωρεντινό και Ναπολιτάνικο, κατασκευάστηκαν το Γενοβέζικο (5-6 χορδές), το Παντουάνικο (5 χορδές), το Ρωμαϊκό (4 χορδές), το Σιενέζικο (4-5 χορδές), το Σικελικό (1 χορδή διπλή ή 3 χορδές τριπλές).Επίσης το Επτανησιακό εχει 4 χορδές( mi la re sol). Αρχικά το μαντολίνο κατασκευαζόταν με εντέρινες χορδές. Με την πάροδο του χρόνου, χρησιμοποιήθηκαν ζεύγη συρμάτινων χορδών οι οποίες και κουρδίζονται με μεταλλικά κλειδιά. Το αρχικό σχήμα και το πλέον κλασσικό, που διατηρείται ακόμα και στις μέρες μας είναι το αχλαδοειδές. Στην πάροδο του χρόνου συναντάμε μαντολίνα με επίπεδη πλάτη που διακρίνονται για την βαρύτερη τονικότητά τους. Μελωδίες για μαντολίνο χρονολογούνται στα μέσα του 17ου αιώνα. Αρκετοί «κλασσικοί» έχουν χρησιμοποιήσει μαντολίνο στα έργα τους. Στις αρχές του 20ου αιώνα το μαντολίνο γνώρισε μεγάλη άνθηση λόγω των μαντολινάτων. Οι μαντολινάτες αποτελούνται από μαντολίνα, μαντόλες κιθάρες και έχουν επιδείξει μελωδίες απαράμιλλης ακουστικής. Το μαντολίνο συναντάτε πλέον σε όλο τον κόσμο. Συνοδεύει κατά τόπους παραδοσιακά τραγούδια, blue grass αμερικάνικες μελωδίες, μοντέρνα ακούσματα της rock και pop μουσικής. Στην Ελλάδα το μαντολίνο, ως μουσικό όργανο έκφρασης της τοπικής μουσικής παράδοσης, εμφανίστηκε κυρίως στα Επτάνησα και στην Κρήτη. Φημισμένες εξάλλου είναι οι μαντολινάτες των Επτανήσων και των Αθηνών. Στην Κρήτη το όργανο εμφανίζεται από την εποχή της ενετοκρατίας. Στις αρχές του 20ου αιώνα το μαντολίνο εμφανίζεται ως κυρίαρχο όργανο συνοδείας της λύρας μαζί με το μπουλγαρί.
Ο Ταμπουράς, με την γενική έννοια, είναι η ελληνική ονομασία μιας ευρύτερης οικογένειας εγχόρδων μουσικών οργάνων, αλλά δηλώνει και ένα συγκεκριμένο ελληνικό παραδοσιακό όργανο, που ανήκει σ' αυτή την οικογένεια.
Ο ταμπουράς γενικά, είναι ένα έγχορδο μουσικό όργανο με μακρύ χέρι, απόγονος της αρχαιοελληνικής πανδούρας και πρόγονος πανομοιότυπων λαούτων (όπως για παράδειγμα το τούρκικο σάζι), καθώς θεωρείται όργανο αναβίωσης κυρίως στα βυζαντινά χρόνια Ο ταμπουράς αναφέρεται στο βυζαντινό έπος του Διγενή Ακρίτα όταν ο ήρωας παίζει ένα θαμπούρι (μεσαιωνική μορφή ταμπουρά).
| « | Και αφότου αποδείπνησεν, εμπαίνει εις το κουβούκλιν και επήρεν το θαμπούριν του και αποκατάστησέν το. |
» |
| — Διγενής Ακρίτας, Escorial version, vv. 826-827, ed. and transl. Elizabeth Jeffreys | ||
Τα τελευταία χρόνια αυξάνεται το ενδιαφέρον για τον παλιό ταμπουρά στην Ελλάδα. Επειδή ο παραδοσιακός Ελληνικός ταμπουράς είναι χαμηλόφωνο όργανο, δεν χρησιμοποιείται συχνά ως κύριο σολιστικό όργανο, αλλά μάλλον εντός της παραδοσιακής ορχήστρας, για να συνοδεύει το κύριο όργανο (λύρα, βιολί, φλογέρα κ.λ.π). Ωστόσο, ο ταμπουράς είναι ουσιαστικά ένα σολιστικό όργανο. Αφού δεν είναι συγκερασμένο, δεν είναι κατάλληλο για το παίξιμο συγχορδιών. Ο ταμπουράς δεν χρησιμοποιείται στο ρεμπέτικο ούτε στο λαϊκό τραγούδι. Θεωρείται το ιδανικό όργανο για τη σπουδή των βυζαντινών κλιμάκων.




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου